Blog | Κατάθλιψη

Τα σημάδια της κατάθλιψης στο σώμα και στον ύπνο σας

Αιμιλία Ζήκα - Ψυχίατρος

Η κατάθλιψη, σε αντίθεση με την απλή θλίψη που όλοι έχουμε βιώσει, είναι μία ψυχοπαθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από βαθιά καταθλιπτική διάθεση και εκσεσημασμένη απώλεια ενδιαφέροντος για ευχάριστες δραστηριότητες. (1) Το πώς ακριβώς εμφανίζεται ένα καταθλιπτικό επεισόδιο μπορεί να διαφέρει πολύ από άτομο σε άτομο και εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως είναι η ηλικία (π.χ. οι έφηβοι είναι πιο πιθανό να εκφράσουν θυμό αντί θλίψης), η κουλτούρα, το περιβάλλον και η προσωπικότητα του ατόμου. Εκτός όμως από το συναίσθημα, που είναι βαρύ σε κάθε περίπτωση, επηρεάζονται και άλλες λειτουργίες, όπως είναι η σκέψη (δυσκολία συγκέντρωσης, ενασχόληση με «κακές» σκέψεις, απαισιοδοξία, δυσκολία στη λήψη αποφάσεων), η κινητικότητα (συνήθως ελαττωμένη κινητικότητα, με το καταθλιπτικό άτομο να μένει πολλές ώρες στο κρεβάτι) αλλά και τις βιολογικές λειτουργίες όπως είναι ο ύπνος, η όρεξη για φαγητό (συνήθως ελαττωμένη), η σεξουαλική διάθεση και ικανότητα και άλλες σωματικές λειτουργίες (με συμπτώματα όπως δυσκοιλιότητα, πονοκέφαλος, δυσφορία).1

Συχνά οι καταθλιπτικοί εκφράζουν σωματικά συμπτώματα για τα οποία είτε δεν ανευρίσκεται οργανικό αίτιο, ή ανευρίσκεται μεν, αλλά δεν επαρκεί για να εξηγήσει την προκαλούμενη δυσφορία, και αναφερόμαστε σε αυτήν την κατάσταση ως «σωματοποίηση» της κατάθλιψης.2 Αυτό δεν σημαίνει ότι το άτομο δεν βιώνει όντως το σύμπτωμα σε όλη του την ένταση. Αντιθέτως, σε κάποιες περιπτώσεις οι σωματικές ενοχλήσεις είναι τόσο βασανιστικές που το άτομο αναζητά ανακούφιση καταρχήν από αυτές, ανατρέχοντας σε ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων και κάνοντας πολλές αχρείαστες ιατρικές εξετάσεις. Η αναγνώριση της υποκείμενης κατάθλιψης πολλές φορές διαφεύγει και από τους ιατρούς, αφού εστιάζουν στο σύμπτωμα για το οποίο προσέρχεται ο ασθενής και δεν είναι υποψιασμένοι ή κατάλληλα εκπαιδευμένοι για να διαγνώσουν μία ψυχική πάθηση.8 Αυτό έχει μεγάλο κόστος τόσο οικονομικά – μεγάλος αριθμός εξετάσεων και επισκέψεων σε ιατρούς – όσο και στον ψυχισμό του ατόμου, αφού για μεγάλο χρονικό διάστημα νιώθει ότι έχει κάτι ανεξήγητο και ότι οι ιατροί αλλά και οι δικοί του άνθρωποι τον αμφισβητούν και τον θεωρούν υπερβολικό και «κατά φαντασίαν ασθενή».

Ποια είναι τα πιο συχνά σωματικά συμπτώματα που εμφανίζονται;

Τα πιο συχνά σωματικά συμπτώματα που αναφέρονται είναι επιγάστριος (στομαχικός) πόνος, ναυτία, δυσκοιλιότητα, διάρροια3, αλλά και χαμηλή ενεργητικότητα, αίσθημα κούρασης, ζαλάδα, δύσπνοια, αλλαγές στην όρεξη για φαγητό και γενικότερα, πόνος. Ο πόνος, συγκεκριμένα, αναφέρεται ως σύμπτωμα από το 13 έως 100% των καταθλιπτικών σύμφωνα με έρευνες.5 Οι γυναίκες, ειδικά οι έγκυες, τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με χαμηλό εισόδημα, οι φυλακισμένοι και άτομα που ανήκουν σε πολιτισμικές μειονότητες είναι πιο πιθανό να αναφέρουν σωματικά συμπτώματα.7 Ωστόσο, αυτό ίσως έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι παραπάνω κατηγορίες είναι πιο πιθανό να αναζητήσουν ιατρική βοήθεια γενικά σε σχέση π.χ. με τους άντρες ή τα άτομα νεαρής και μέσης ηλικίας, που είναι πιο πιθανό να αποφύγουν να πάνε στον ιατρό.

Φαίνεται ότι στους μη δυτικούς πολιτισμούς και στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι πιο πιθανό η κατάθλιψη να εκφράζεται με σωματικά παρά ψυχολογικά συμπτώματα4. Αυτό πιθανώς οφείλεται στη δυσκολία ή απροθυμία των ατόμων που προέρχονται από αυτές τις κουλτούρες να μιλήσουν για τη δυσφορία την οποία βιώνουν με ψυχολογικούς όρους και υποσυνείδητα «προτιμούν» να μιλάνε για πόνο παρά για στεναχώρια. Εκεί άλλωστε, η ψυχική νόσος είναι κάτι μάλλον άγνωστο και η πρόσβαση σε ειδικούς ψυχικής υγείας δύσκολη έως αδύνατη, αναλόγως τη χώρα.

Όμως, η σχέση της κατάθλιψης με τα σωματικά συμπτώματα είναι αμφίδρομη, αφού άτομα με πολλές ή μακροχρόνιες σωματικές ενοχλήσεις είναι πιο πιθανό να παρουσιάσουν κατάθλιψη κάποια στιγμή στη ζωή τους7. Έχει βρεθεί ότι η ταυτόχρονη ύπαρξη κατάθλιψης, ακόμα και μικρής βαρύτητας, με σωματική νόσο αυξάνει τον αριθμό και τη διάρκεια των συμπτωμάτων της σωματικής νόσου, επιβαρύνοντας την πρόγνωσή της1 και δυσκολεύοντας τη θεραπεία και των δύο7. Έτσι, η ύπαρξη διαγνωσμένης ιατρικής κατάστασης δεν αποκλείει την πιθανότητα το άτομο να χρειασθεί και ψυχολογική/ ψυχιατρική βοήθεια εκτός από την ενδεδειγμένη για το πρόβλημά του θεραπεία.

Πόσο εύκολη είναι η θεραπεία της κατάθλιψης όταν υπάρχουν σωματικά συμπτώματα;

Η θεραπεία της κατάθλιψης είναι πιο δύσκολη και η πιθανότητα να επανεμφανισθεί στο μέλλον είναι μεγαλύτερη όταν υπάρχουν σωματικά συμπτώματα7,8 και μάλιστα, όσο περισσότερα και «βαρύτερα» είναι τα σωματικά συμπτώματα τόσο πιο ανθεκτική στη θεραπεία είναι η υποκείμενη κατάθλιψη.7 Ακόμα η παραμονή υπολειμματικών σωματικών συμπτωμάτων μετά τη βελτίωση της διάθεσης συνεπάγεται έκπτωση στη γενικότερη λειτουργικότητα και προβλέπει υποτροπή της κατάθλιψης μέσα στα επόμενα 2 χρόνια στο 56% των ασθενών7. Όσον αφορά στη φαρμακευτική θεραπεία, ενδείκνυνται αντικαταθλιπτικά με διπλό μηχανισμό δράσης, σε αντίθεση με τον απλό που χρησιμοποιείται συνήθως.7,8 Αυτό συμβαίνει διότι κάποια συμπτώματα, κυρίως ο πόνος, χρησιμοποιούν νευρωνικές οδούς και χημικές ουσίες στις οποίες δρουν τα συγκεκριμένα αντικαταθλιπτικά. Έτσι, ο στόχος είναι με ένα φάρμακο να υφεθούν τόσο τα συμπτώματα της διάθεσης όσο και τα σωματικά. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψιν ότι η θεραπεία πιθανώς θα χρειασθεί περισσότερο χρόνο από το σύνηθες και ίσως δεν αποφύγουμε την ταυτόχρονη χορήγηση 2ου φαρμάκου που θα ενισχύσει τη δράση του αντικαταθλιπτικού8. Τα κοινά αναλγητικά καλό είναι να αποφεύγονται, αφού σπανίως βοηθάνε με αποτέλεσμα να λαμβάνονται σε μεγαλύτερες δόσεις και χρονικό διάστημα από το προβλεπόμενο επιβαρύνοντας το άτομο με παρενέργειες και αλληλεπιδράσεις χωρίς ουσιαστικό όφελος. Η ψυχοθεραπεία επίσης βοηθά το άτομο να συνδέσει το σωματικό με το ψυχικό σύμπτωμα και προτείνει τρόπους και στρατηγικές αντιμετώπισης του προβλήματος και βελτίωσης της ποιότητας ζωής.

Αϋπνία και κατάθλιψη

Ο ύπνος είναι από τα πρώτα και πιο σημαντικά πράγματα που διαταράσσονται νωρίς στην πορεία της κατάθλιψης. Το 90% των ατόμων με κατάθλιψη θα παρουσιάσουν κάποιου είδους πρόβλημα στον ύπνο9, ενώ ένας στους τρεις από αυτούς υποστηρίζει ότι η διαταραχή του ύπνου ήταν το πρώτο σημάδι της κατάθλιψης που εμφανίστηκε1.

Οι διαταραχές ύπνου είναι στις περισσότερες περιπτώσεις του τύπου της αϋπνίας, δηλαδή η ποσότητα ή/και η ποιότητα ύπνου δεν είναι ικανοποιητικές– αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί είτε να κοιμάται λιγότερο ή να κοιμάται μεν αρκετές ώρες, αλλά χωρίς να ξεκουράζεται, με αποτέλεσμα να νιώθει «άυπνος» χωρίς να είναι πραγματικά. Η αϋπνία μπορεί να είναι αρχική, δηλαδή το άτομο να έχει δυσκολία στην έναρξη του ύπνου, ενδιάμεση, οπότε υπάρχουν συχνές αφυπνίσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας, ή τελική, με πρωινό ξύπνημα αρκετά νωρίτερα από το συνηθισμένο11. Σε όλες τις περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι υπνηλία και αίσθημα κόπωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας που επιβαρύνουν το καταθλιπτικό άτομο και το δυσκολεύουν στην καθημερινότητα μειώνοντας κι άλλο τη λειτουργικότητά του.

Πιο σπάνια, περίπου 15% των περιπτώσεων, η διαταραχή αφορά σε υπερυπνία,11 δηλαδή το άτομο είτε κοιμάται τη νύχτα περισσότερες ώρες από το σύνηθες ή παρά τον επαρκή βραδινό ύπνο επιθυμεί να κοιμηθεί και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η υπερυπνία έχει ως αποτέλεσμα το άτομο να δυσκολεύεται να ξυπνήσει εντελώς και να μην είναι πλήρως λειτουργικό μέσα στην ημέρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις η κατάθλιψη ονομάζεται «άτυπη» και, εκτός από την υπερυπνία συχνά παρουσιάζεται υπερφαγία (αντί της συνηθέστερης για τους καταθλιπτικούς ανορεξίας) με αύξηση του σωματικού βάρους. Η άτυπη κατάθλιψη παρουσιάζει ιδιαιτερότητες όσον αφορά στη διάγνωση και την αντιμετώπιση, για παράδειγμα, πρέπει να αποφεύγεται οτιδήποτε προκαλεί επιπλέον καταστολή ή αύξηση σωματικού βάρους.

Οι διαταραχές του ύπνου είναι τόσο στενά συνδεδεμένες με την κατάθλιψη ώστε πολλές έρευνες θεωρούν την αϋπνία ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση κατάθλιψης σε όλες τις ηλικίες – αυτό σημαίνει ότι άτομα που έχουν αϋπνία αλλά δεν έχουν κατάθλιψη έχουν διπλάσιο κίνδυνο να παρουσιάσουν κάποια στιγμή κατάθλιψη σε σύγκριση με άτομα χωρίς προβλήματα ύπνου.10 Με τον ίδιο τρόπο, άτομα που είχαν καταθλιπτικό επεισόδιο στο παρελθόν είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο για νέο επεισόδιο εάν εμφανίσουν κάποια διαταραχή του ύπνου11 Με λίγα λόγια η αϋπνία (κυρίως, και η υπερυπνία δευτερευόντως) κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την εμφάνιση κατάθλιψης στο εγγύς μέλλον. Επιπροσθέτως, άτομα με διαταραχή ύπνου που οφείλεται σε άλλη, μη ψυχική αιτία (όπως πνευμονολογική ή καρδιολογική) είναι και πάλι σε μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης11. Ευτυχώς η έγκαιρη θεραπεία της αϋπνίας ακόμα και όταν δεν υπάρχουν σημάδια διαταραχής της διάθεσης φαίνεται να ελαττώνει τον κίνδυνο να εμφανισθεί τέτοια διαταραχή στο μέλλον 10,11.

Η αντιμετώπιση της κατάθλιψης με αντικαταθλιπτικά φάρμακα είναι συνήθως επαρκής και η αϋπνία βελτιώνεται παράλληλα με τα καταθλιπτικά συμπτώματα χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω θεραπεία.11 Αυτή όμως είναι μία διαδικασία που παίρνει λίγο χρόνο. Ωστόσο εάν το πρόβλημα είναι πολύ έντονο ή ενοχλητικό και δυσκολεύει πολύ το άτομο (π.χ. εάν έχει απαιτητική εργασία ή χειρίζεται μηχανήματα) επιλέγουμε στην αρχή της θεραπείας παράλληλα με το αντικαταθλιπτικό να χορηγηθεί ένα υπναγωγό, ώστε η διαταραχή του ύπνου να διορθωθεί άμεσα. Στη συνέχεια, και ενώ η κατάθλιψη υποχωρεί, το υπναγωγό αποσύρεται χωρίς δυσκολία. Σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να δοθεί εξ’ αρχής ένα αντικαταθλιπτικό με κατασταλτικές ιδιότητες, το οποίο θα βελτιώσει άμεσα τον ύπνο ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζει την κατάθλιψη.11 Αυτό είναι μία απόφαση που το άτομο θα πάρει μαζί με τον ιατρό, αφού το κάθε φάρμακο έχει συγκεκριμένες ιδιότητες και μπορεί να μην ενδείκνυται σε κάθε περίπτωση κατάθλιψης – αφού η κατάθλιψη εξακολουθεί να είναι ο κύριος στόχος της θεραπείας. Πάντως στις περισσότερες περιπτώσεις κατάθλιψης με αϋπνία η αντιμετώπιση της κατάθλιψης μαζί με οδηγίες για υγιεινή του ύπνου – ουσιαστικά συμβουλές για βελτίωση των συνθηκών ύπνου- επαρκούν για την θεραπεία όλων των συμπτωμάτων.

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η κατάθλιψη επηρεάζει το σώμα και τον ύπνο και επηρεάζεται από αυτά με πολλούς τρόπους. Η ύπαρξη ανεξήγητων σωματικών συμπτωμάτων ή διαταραχής ύπνου που επιμένει πρέπει να εγείρει υποψίες για υποκείμενη κατάθλιψη και να γίνεται κατάλληλη διερεύνηση από ψυχίατρο ώστε να αντιμετωπισθούν άμεσα και με τον καλύτερο τρόπο τα συμπτώματα στη διάθεση, το σώμα και τον ύπνο.

ΠΗΓΕΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

  1.  «Σύγχρονη ψυχιατρική», Γ.Ν. Παπαδημητρίου, Ι.Α. Λιάππας, Ε. Λύκουρας, ΒΗΤΑ Ιατρικές Εκδόσεις ΜΕΠΕ, 2013
  2. Kaviani H, Tabrizi M (2016) 'Emotional expressivity and somatization symptoms in clinically depressed patients', Clinical Depression, 2 (113).
  3. Somatic Symptoms of Depression and Anxiety: A population based study
  4. http://www.diva-portal.org/smash/record.jsf?pid=diva2%3A899692&dswid=4899
  5. https://www.nejm.org/doi/full/10.1056/nejm199910283411801
  6. https://europepmc.org/abstract/med/16768896
  7. https://onlinelibrary.wiley.com/doi/abs/10.1002/hup.619
  8. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC1192435/#i1523-5998-7-4-167-b7
  9. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3181769
  10. http://psycnet.apa.org/record/2006-10343-008
  11. https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0165032711000292
  12. https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pmc/articles/PMC3108260
Σας φάνηκε χρήσιμη η δημοσίευση;