Blog | Διαβήτης

Μύθοι και αλήθειες για την ινσουλίνη στο Σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2

Μαρία Καλαρρύτου, Ενδοκρινολόγος

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης (ΣΔ) αποτελεί ένα χρόνιο μεταβολικό νόσημα. Χαρακτηριστικό του είναι η αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης του. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο αριθμός των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη αυξήθηκε από 108 εκατομμύρια το 1980 σε 422 εκατομμύρια το 20141.

Ο σακχαρώδης διαβήτης χαρακτηρίζεται από πλήρη ή μερική έλλειψη ινσουλίνης στο αίμα. Η ινσουλίνη είναι η ορμόνη που χρειάζεται ο οργανισμός για να μπορούν τα κύτταρα του να χρησιμοποιήσουν τη γλυκόζη (σάκχαρο) του αίματος ως πηγή ενέργειας. Η ινσουλίνη παράγεται από το πάγκρεας. Η έλλειψη της ινσουλίνης ή/και η αδυναμία της να δράσει στα κύτταρα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της γλυκόζης στο αίμα και την εμφάνιση του σακχαρώδους διαβήτη.

Ο σακχαρώδης διαβήτης διακρίνεται σε 3 κύριους τύπους:

  1. Ο σακχαρώδης διαβήτης 1 που χαρακτηρίζεται από πλήρη έλλειψη ινσουλίνης στο αίμα. Οφείλεται σε αυτοάνοση καταστροφή των κυττάρων του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη. Εμφανίζεται σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες. Η θεραπεία του γίνεται αποκλειστικά με ινσουλίνη.
  2. Ο διαβήτης κύησης που εμφανίζεται στην διάρκεια της κύησης. Αντιμετωπίζεται με διατροφικές αλλαγές, κίνηση και ινσουλίνη.
  3. Ο σακχαρώδης διαβήτης 2 που χαρακτηρίζεται από συνδυασμό έλλειψης της ινσουλίνης και δυσκολία της ινσουλίνης να δράσει στα κύτταρα. Εμφανίζεται κυρίως σε ενήλικες. Αποτελεί τη συχνότερη μορφή σακχαρώδη διαβήτη. Το 90 -95% των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη έχουν σακχαρώδη διαβήτη 2.

Παράγοντες που επηρεάζουν θετικά την εμφάνιση του αποτελούν η κληρονομικότητα, η παχυσαρκία και η έλλειψη άσκησης.

Η θεραπεία του βασίζεται σε συνδυασμό διατροφικών αλλαγών, κίνησης, αντιδιαβητικών φαρμάκων και ινσουλίνης.

Η θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη 2 στοχεύει στη διατήρηση της γλυκόζης αίματος νηστείας και μεταγευματικής και της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης σε συγκεκριμένες τιμές -στόχους.

Σκοπός της επίτευξης των τιμών στόχων στον σακχαρώδη διαβήτη 2 είναι η αποφυγή συμπτωμάτων στην καθημερινότητα (κόπωση, πολυδιψία, πολυουρία, αυξημένη συχνότητα λοιμώξεων), η αποφυγή μακροχρόνιων επιπλοκών (καρδιαγγειακά νοσήματα, επιπλοκές από τους οφθαλμούς, τους νεφρούς, τα κάτω άκρα) και η διατήρηση της ποιότητας ζωής των ασθενών2. Μελέτες έχουν δείξει ότι η έγκαιρη επίτευξη και η διατήρηση των τιμών στόχων της γλυκόζης αίματος μειώνει σημαντικά το ποσοστό εμφάνισης των επιπλοκών.

Η προσθήκη στη θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη 2 ινσουλίνης αποτελεί συχνά ένα απαραίτητο και αποτελεσματικό βήμα στην προσπάθεια της έγκαιρης ρύθμισης του2.

Η έναρξη και η διατήρηση της θεραπείας με ινσουλίνη εμφανίζει δυσκολίες. Το 1994 δημιουργήθηκε ο όρος «phycological resistance to insulin» που αναφέρεται στην δυσκολία των ασθενών και κάποιες φορές και των γιατρών να ξεκινήσουν και να διατηρήσουν την αγωγή με ινσουλίνη3.

Βασικές αιτίες αποτελούν η έλλειψη από τους ασθενείς σωστής πληροφόρησης σχετικά με το νόσημα, σχετικά με τη χρήση ινσουλίνης καθώς και αρνητικές εμπειρίες που έχουν ακούσει από την χρήση ινσουλίνης από φίλους και συγγενείς3.

Μύθοι και αλήθειες

Πιστεύουν ότι η έναρξη ινσουλίνης σημαίνει ότι ο σακχαρώδης διαβήτης έχει φτάσει σε τελικό στάδιο, όπου οι επιπλοκές και ο θάνατος αποτελούν την τελική κατάληξη. Συχνά πιστεύουν ότι η ίδια η αγωγή με ινσουλίνη προκαλεί επιπλοκές. Ακόμα, αναφέρουν ότι η προσθήκη ινσουλίνης στην θεραπεία τους αποτελεί προσωπική τους αποτυχία στην προσπάθεια ρύθμισης του σακχάρου, νιώθουν συναισθήματα ενοχής και απογοήτευσης.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η μείωση της ινσουλίνης που παράγει το πάγκρεας υπάρχει από την αρχή της εμφάνισης του σακχαρώδους διαβήτη και ότι η εξέλιξη της μείωσης και η αδυναμία του παγκρέατος να παράγει ινσουλίνη αποτελεί τη φυσική πορεία του νοσήματος. Δεν σηματοδοτεί εμφάνιση επιπλοκών ούτε μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης. Αντίθετα, η καθυστέρηση της έναρξης θεραπείας με ινσουλίνη και η διατήρηση υψηλών τιμών σακχάρου στο αίμα μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση επιπλοκών και στη μείωση της ποιότητας ζωής τους.

Η ρύθμιση του σακχαρώδους διαβήτη απαιτεί από τον ασθενή μια συνεχή προσπάθεια να συνδυάσει την κατάλληλη διατροφή, την άσκηση, τις μετρήσεις και την θεραπευτική αγωγή με την καθημερινότητα του. Συχνά η πρόταση από τον γιατρό για έναρξη ινσουλίνης βιώνεται ως προσωπική αποτυχία στην καθημερινή προσπάθεια του και προκαλεί συναισθήματα ενοχής, άγχους και θλίψης. Είναι απαραίτητο ο ασθενής να επιβραβευτεί για την προσπάθεια του και να συνειδητοποιήσει ότι η δική του προσπάθεια είναι αυτή που έχει οδηγήσει στην μέχρι τώρα αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Είναι απαραίτητο να κατανοήσει ότι η έναρξη ινσουλίνης οφείλεται στη φυσική πορεία της νόσου και όχι σε δικό του λάθος ή δική του ανεπάρκεια3.

Η αρνητική επίδραση της αγωγής με ινσουλίνη στην καθημερινότητα και η μείωση της ποιότητας ζωής αποτελούν έναν ακόμα λόγο αντίστασης στην έναρξη της αγωγής52. Πιστεύουν ότι η ανάγκη λήψης της αγωγής στον εργασιακό χώρο, σε φιλικές συναντήσεις και σε κοινωνικές εκδηλώσεις θα προσθέσει δυσκολίες και εμπόδια στην καθημερινότητα τους. Ακόμα, νιώθουν συναισθήματα ντροπής και αμηχανίας να κάνουν ινσουλίνη σε δημόσιο χώρο.

Είναι σημαντικό να μάθουν οι ασθενείς ότι οι σύγχρονες μορφές χορήγησης ινσουλίνης (στυλό με εύχρηστο μέγεθος και τρόπο χορήγησης) και οι εύκολοι τρόποι μεταφοράς (μικρές θήκες με παγοκύστη για το καλοκαίρι) διευκολύνουν την αγωγή σε χώρους εκτός του σπιτιού και σε ταξίδια. Η δυνατότητα αγωγής με ινσουλίνη 1 φορά την ημέρα (ινσουλίνες βραδείας δράσης) ανεξάρτητα από την ώρα του γεύματος ή/και η χορήγηση ταχείας ινσουλίνης ακριβώς πριν την έναρξη των γευμάτων διευκολύνουν την λήψη ινσουλίνης οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας σε κάθε χώρο.

Συχνά αναφέρεται ο φόβος της ένεσης και ο φόβος ότι θα δυσκολευτούν να χειριστούν οι ίδιοι την αγωγή με ινσουλίνη.

Οι λεπτές βελόνες που χρησιμοποιούνται για τα στυλό ινσουλίνης έχουν μειώσει τον πόνο της ένεσης. Είναι συχνή η παρατήρηση από ασθενείς που χρησιμοποιούν ινσουλίνη ότι «η ένεση ινσουλίνης δεν με απασχολεί, είναι πολύ μικρότερη ενόχληση από το τρύπημα για τη μέτρηση του σακχάρου».

Η εξατομικευμένη χορήγηση της ινσουλίνης ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς, τις ικανότητες του, τα συνοδά προβλήματα υγείας του και το υπάρχον ή όχι περιβάλλον στήριξης, καθώς και η εκπαίδευση τους στη χρήση των σύγχρονων στυλό μπορούν να βοηθήσουν τον ασθενή να χειριστεί αποτελεσματικά την αγωγή του.

Ένας ακόμα λόγος άρνησης της έναρξης ή διατήρησης της ινσουλινοθεραπείας είναι ο φόβος εμφάνισης υπογλυκαιμίας4,5.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η εμφάνιση υπογλυκαιμίας στην θεραπεία με ινσουλίνη εμφανίζεται σε μικρό ποσοστό και έχει συγκεκριμένη αιτία (παράλειψη ή καθυστέρηση λήψης γεύματος, έντονη άσκηση χωρίς προετοιμασία, αυξημένη δόση ινσουλίνης). Η σωστή πληροφόρηση και εκπαίδευση του ασθενούς στη σχέση της λήψης ινσουλίνης με την ποσότητα και την ώρα του γεύματος και την άσκηση μειώνουν την εμφάνιση της. Η εκπαίδευση στην αναγνώριση και την αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας μετατρέπουν την υπογλυκαιμία από έναν εφιάλτη σε μία αντιμετωπίσιμη παρενέργεια της αγωγής.

Ο φόβος της αύξησης του σωματικού βάρους με την ινσουλινοθεραπεία αποτελεί ένα ακόμα εμπόδιο έναρξης της αγωγής.

Είναι απαραίτητο να ενημερωθούν οι ασθενείς ότι η αγωγή με ινσουλίνη μπορεί να αυξήσει το βάρος τους. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η αύξηση οφείλεται κυρίως στη ρύθμιση του διαβήτη. Η συνεργασία με τον γιατρό ή/και τον διαιτολόγο - διατροφολόγο μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της αύξησης του βάρους4.

Η ανησυχία για το αυξημένο κόστος της αγωγής με ινσουλίνη αποτρέπει κάποιους ασθενείς να αποφασίσουν την έναρξη της. Είναι σημαντικό να ερωτηθούν για την δυσκολία τους σχετικά με κόστος της αγωγής4. Είναι απαραίτητο να ενημερωθούν ότι η ινσουλινοθεραπεία μπορεί να έχει μικρότερο κόστος από την λήψη πολλαπλών αντιδιαβητικών δισκίων και να συζητηθεί η επιλογή ινσουλίνης με μικρότερο κόστος.

Η έγκαιρη έναρξη θεραπείας στο σακχαρώδη διαβήτη 2 με αντιδιαβητικά φάρμακα (αντιδιαβητικά σκευάσματα – ινσουλίνη) με στόχο την επίτευξη και διατήρηση των τιμών γλυκόζης και γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στις τιμές στόχους αποτελεί αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόληψη των επιπλοκών και τη διατήρηση της ποιότητας ζωής. Η προσθήκη στην αγωγή της ινσουλίνης αποτελεί έναν σημαντικό βήμα για την επίτευξη αυτή. Οι φόβοι και οι λανθασμένες γνώσεις των ασθενών που οδηγούν σε άρνηση και καθυστερούν την έγκαιρη ρύθμιση του διαβήτη αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών. Η διερεύνηση των αιτιών άρνησης, η σωστή πληροφόρηση και η εκπαίδευση του ασθενούς από τον γιατρό ή την θεραπευτική ομάδα αποτελούν τους τρόπους αντιμετώπισης των εμποδίων έναρξης της ινσουλινοθεραπείας3,5.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. WHO Diabetes https://www.who.int/mediacentre/factsheets/fs312/en/
  2. D. M. Nathan, J. B. Buse, M. B. Davidson, R. J. Heine, R. R. Holman, R. Sherwin, B. Zinman. Management of Hyperglycemia in Type 2 Diabetes: A Consensus Algorithm for the Initiation and Adjustment of Therapy. Diabetes Care, 29:1963-1972, 2006
  3. N.A. Allen, S.E. Zagarins, R.G. Feinberg, G. Welch. Treating psychological insulin resistance in type 2 diabetes. Journal of Clinical and Traslational Endocrinology 7:1-6, 2017
  4. M.M. Funnell. Overcoming Barriers to the Initiation of Insulin Therapy. Clinical Diabetes 25:36-38, 2007
  5. A.J. Karter, U. Subramanian, C. Saha, J. Crosson, M. Parker, B.E. Swain, H.H. Moffet, D.G.Marrero. Barriers to Insulin Initiation. Diabetes Care 33:733-735, 2010
Σας φάνηκε χρήσιμη η δημοσίευση;